θυραυλία

θῠραυλ-ία, ,
A living out of doors, camping out, Ti.Locr.103b(pl.), etc.; of soldiers, Plu.2.498c; of wild animals, Arist.GA783a19.
II waiting at the door, of lovers, in pl., Ph.1.155, Philostr. Ep.29: sg., Luc.Merc.Cond.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • θυραυλία — θυραυλίᾱ , θυραυλία living out of doors fem nom/voc/acc dual θυραυλίᾱ , θυραυλία living out of doors fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυραυλία — θυραυλία, ἡ (Α) [θύραυλος] 1. (για στρατιώτες ή για άγρια ζώα) η παραμονή έξω, ο καταυλισμός στο ύπαιθρο 2. (για εραστές) η αναμονή μπροστά στην πόρτα …   Dictionary of Greek

  • θυραυλίᾳ — θυραυλίαι , θυραυλία living out of doors fem nom/voc pl θυραυλίᾱͅ , θυραυλία living out of doors fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυραυλίας — θυραυλίᾱς , θυραυλία living out of doors fem acc pl θυραυλίᾱς , θυραυλία living out of doors fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυραυλίαι — θυραυλία living out of doors fem nom/voc pl θυραυλίᾱͅ , θυραυλία living out of doors fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυραυλίαν — θυραυλίᾱν , θυραυλία living out of doors fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυραυλίαις — θυραυλία living out of doors fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αύλιος — αὔλιος, α, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αυλή ή στο μαντρί 2. φρ. «ἀστὴρ αὔλιος» ο αποσπερίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυλή. Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένα σύνθετα με β συνθετικό το επίθ. αύλιος συμπίπτουν φωνητικά με αντίστοιχα σύνθετα… …   Dictionary of Greek

  • θυραυλικός — θυραυλικός, ή, όν (Α) [θύραυλος] αυτός που αναφέρεται στη θυραυλία* …   Dictionary of Greek

  • θύρα — Άνοιγμα των εξωτερικών ή των εσωτερικών τοίχων ενός κτιρίου ή ενός τείχους, που επιτρέπει τη διάβαση ανθρώπων ή οχημάτων και συνήθως κλείνεται με ένα ή περισσότερα θυρόφυλλα. Στην αρχαιότητα η θ. ήταν χώρος ιερός ή μαγικός, γι’ αυτό και οι θ. των …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.